Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

ΑΓΙΟΣ ΕΥΦΡΟΣΥΝΟΣ Ο ΜΑΓΕΙΡΑΣ




Ο Άγιος Ευφρόσυνος γεννήθηκε από αγροίκους γονείς και μεγάλωσε χωρίς καμιά μόρφωση, χωρίς καμιά εκπαίδευση. Όταν ενηλικιώθηκε, θέλησε να γίνει μοναχός. Πήγε λοιπόν σ΄ένα μοναστήρι κι υποτάχθηκε. Επειδή δε γνώριζε τίποτα να κάνει , έκανε τις πιο ευτελείς δουλειές της μονής. Μάλιστα έγινε μάγειρας. Έτσι πάντα ήταν λερωμένος από τις στάχτες και τα λάδια του μαγειρέματος, καπνισμένος από τη φωτιά και όλος ασουλούπωτος. 'Ολοι οι άλλοι μοναχοί τον υποτιμούσαν, μάλιστα μερικοί τον κτυπούσαν κιόλας. Αυτός τίποτα δεν έβαλλε υπόψιν του, έκανε πως δεν καταλάβαινε και δεχόταν τα πειράγματα και την άσχημη συμπεριφορά των άλλων με ήσυχο λογισμό, χωρίς ταραχή, μη δίνοντας καθόλου σημασία σ΄αυτά. Ήταν η σκέψη του και η καρδιά του όλη απασχολημένη με το Θεό και τους Αγίους κι ήταν δοσμένος κι ενθουσιασμένος μ΄αυτή την εσωτερική σχέση. Η κακομεταχείρηση των άλλων δεν τον εμπόδιζε καθόλου στην εσωτερική εργασία. Γι' αυτό και τους συγχωρούσε.
Σ΄εκείνο το κοινόβιο ήταν κι ένας ευλαβής παπάς, που στην προσευχή του ζητούσε απ΄το Θεό να του δείξει τ΄αγαθά που ετοίμασε γι' αυτούς, που τον αγαπούν. Μια νύκτα λοιπόν, αφού τον πήρε ο ύπνος, βρέθηκε σ΄έναν όμορφο τόπο. Ήταν ένα ολόδροσο περιβόλι. Έμεινε να θαυμάζει τα ποικίλα δέντρα, τα εύοσμα λουλούδια και τα τρεχάμενα νερά. Κι ενώ σκεφτόταν τίνος άραγε να είναι αυτό το ωραίο περιβόλι, βλέπει έκπληκτος το μάγειρα της μονής, τον Ευφρόσυνο, να χαίρεται την υπερκόσμια ομορφιά. Τον πλησιάζει και ζητά να μάθει :
- Έυφρόσυνε, πως βρέθηκες εδώ και τίνος είναι αυτός ο κήπος ;
- Αυτός ο κήπος, ανάντησε ο μάγειρας, είναι γι΄αυτούς, που αγαπούν το Θεό.
- Και συ τι κάνεις εδώ μέσα, ξαναρωτά ο ιερέας.
- Με τη χάρη του Θεού εδώ μένω, πάτερ μου, πάντοτε και φύλακας είμαι του κήπου, απάντησε ο Ευφρόσυνος.
- Τότε δώσε μου κάτι απ΄όλα αυτά τα αγαθά.
- Πάρε ότι θέλεις.
- Θα ήθελα αυτά τα μήλα, και του 'δειξε ένα κλαδί με τρία μεγάλα μήλα. Ο Ευφρόσυνος τα έκοψε και του τα 'δωσε.
Εκείνη την ώρα ακούστηκε το σήμαντρο να κτυπά για την ακολουθία του όρθρου. Πετάχτηκε πάνω ο παπάς κι ενώ σκεφτόταν το παράξενο όνειρο, παρατηρά! Στον κόρφο του ήταν εκείνα τα τρία μήλα κι ευώδιαζαν όλο το κελλί.
Σηκώθηκε, ευχαρίστησε το Θεό κι έτρεξε στην εκκλησία. Βρήκε το μάγειρα στο στασίδι του, τον πήρε παράμερα και του λέγει :
- Στ΄όνομα του Ιησού Χριστού, που ήσουν εψές όλη τη νύχτα ;
- Εκεί ήμουν, πατερ, εκεί που με βρήκες.
- Και τι μου έδωσες ;
- Αυτό που ζήτησες, ένα κλαδί με τρία μήλα.
Τότε ο παπάς του 'βαλε μετάνοια, τον ασπάστηκε και πήγε στη θέση του. Μετά την απόλυση της κολουθίας πήγε κι έφερε τα μήλα, κάλεσε όλους τους μοναχούς και τους διηγήθηκε την εμπειρία του. Θαύμασαν και δόξασαν το Θεό. Όσοι ήταν άρρωστοι, έφαγαν από κείνα τα μήλα και θεραπεύτηκαν.
Ο Ευφρόσυνος όμως θέλοντας ν΄αποφύγει τη δόξα των ανθρώπων διέφυγε από παραπλήσια πόρτα την ώρα που όλοι πρόσεχαν τη διήγηση. Απομακρύνθηκε από το μοναστήρι και δε φάνηκε ποτέ πια. Τον θυμόμαστε στην Εκκλησία κάθε χρόνο στις 11 Σεπτεμβρίου.

Από το βιβλίο του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου